Το αυξημένο βάρος στην εγκυμοσύνη δεν οδηγεί απαραίτητα σε υπέρβαρα παιδιά

0

Μια νέα έρευνα έρχεται να αντικρούσει τα όσα μέχρι στιγμής θεωρούνται γνωστά σχετικά με το αυξημένο βάρος στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και το βάρος του παιδιού. Η αντίληψη που επικρατούσε μέχρι στιγμής ήταν ότι τα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν κερδίσει πάρα πολύ βάρος στη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να είναι υπέρβαρα κι αυτά. Αλλά, σύμφωνα με την έρευνα, η συσχέτιση αυτή μπορεί να οφείλεται μόνο σε γενετικούς παράγοντες.

Σύμφωνα με την νέα έρευνα, οι υπέρβαρες γυναίκες πιθανότατα δεν θα επηρεάσουν το βάρος των απογόνων τους, απλά χάνοντας κιλά πριν την εγκυμοσύνη.

Η νέα έρευνα, με επικεφαλής την Dr. Rebecca Richmond, από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ στην Αγγλία,  έλαβε γενετικές πληροφορίες από 6057 ζεύγη μητέρων – παιδιών σε δύο έρευνες. Η μία έρευνα έλαβε χώρα στην Αγγλία και συμπεριέλαβε παιδιά Ευρωπαϊκής καταγωγής, τα οποία ήταν λευκά. Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) τους και η μάζα λίπους τους αξιολογήθηκαν σε διάφορα σημεία μεταξύ της ηλικίας των 7 και των 18. Η δεύτερη έρευνα έλαβε χώρα στην Ολλανδία και περιλάμβανε παιδιά που ο ΔΜΣ τους μετρήθηκε στην ηλικία των 6 ετών.

Κάθε ζεύγος του δόθηκε ένα γενετικό σκορ, το οποίο βασιζόταν σε 32 και 97 παραλλαγές γονιδίων.

Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι από τις δύο έρευνες, κάθε αύξηση κατά 3,7 kg/ m2  στον ΔΜΣ της μητέρας, συνδεόταν με αύξηση 0.44-kg/mστο ΔΜΣ του παιδιού. Οι αλλαγές στο βάρος του παιδιού εξηγούνταν από τα γονίδια που κληρονόμησαν από τους γονείς τους κι όχι από το ΔΜΣ της μητέρας τους στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Παρόλο που όντως ο ΔΜΣ της μητέρας επηρεάζει το νεογέννητο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα μεγάλα σε μέγεθος μωρά, θα γίνουν υπέρβαρα.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν θα πρέπει να προσέχουν το βάρος τους πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Άλλωστε, ο υψηλός ΔΜΣ στη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνει τις πιθανότητες για προεκλαμψία και διαβήτη κύησης.

Επιπλέον, για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα της νέας έρευνας θα πρέπει να γίνει ακόμη εκτενέστερη έρευνα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στις 24 Ιανουαρίου στο PLOS Medicine.