Η πρώιμη αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη συνδέεται με το μέγεθος του μωρού κατά τη γέννηση

0

Οι γυναίκες που παίρνουν περισσότερο βάρος κατά την πρώιμη εγκυμοσύνη είναι πιο πιθανό να γεννήσουν ασυνήθιστα μεγάλα μωρά, τα οποία ενδέχεται να είναι επιρρεπή σε πλήθος προβλημάτων υγείας αργότερα στη ζωή τους, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Αλλά δε συσχετίστηκε η αύξηση του βάρους της μητέρας μετά από τις 18 εβδομάδες με το αν το νεογέννητο ήταν μεγάλο κατά τη γέννησή του.

Συνήθως στην εγκυμοσύνη είμαστε πολύ επικεντρωμένοι στο πόσο παίρνουν οι γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη γιατί καταρχήν οι ίδιες το καταγράφουν σε κάθε ραντεβού τους. Παραδοσιακά στο παρελθόν, δεν ήταν ποτέ σαφές εάν το χρονοδιάγραμμα της αύξησης βάρους έχει σημασία.

Το χρονοδιάγραμμα είναι δύσκολο να μελετηθεί επειδή οι ερευνητές συνήθως βασίζονται στην αναφορά μιας γυναίκας για το βάρος της πριν την εγκυμοσύνη, κάτι που μπορεί να μην είναι ακριβές.
Στη νέα μελέτη συμμετείχαν 1.164 νιόπαντροι γυναίκες που ζούσαν στην περιοχή Liuyang της Κίνας, μετρώντας το βάρος τους πριν μείνουν έγκυες και κατά διαστήματα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το βάρος των γυναικών ξεκίνησε να καταγράφεται κατά μέσο όρο περίπου 20 εβδομάδες προτού μείνουν έγκυες.

Το βάρος πριν από την εγκυμοσύνη των μητέρων συσχετίστηκε σταθερά με το βάρος γέννησης των μωρών. Αλλά μόνο η αύξηση βάρους από την προ-εγκυμοσύνη μέχρι πριν από τις 14 εβδομάδες, και από τις 14 έως τις 18 εβδομάδες, συνδέθηκε με το βάρος γέννησης. Κατά μέσο όρο, για κάθε κιλό αύξησης του βάρους της γυναίκας κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου, το βάρος γέννησης του βρέφους αυξήθηκε κατά 13,6 γραμμάρια. Για το βάρος που αποκτήθηκε από τις 14-18 εβδομάδες, το βάρος γέννησης αυξήθηκε κατά 26,1 γραμμάρια για κάθε επιπλέον κιλό αύξησης βάρους της μητέρας. Αλλά η αύξηση βάρους αργότερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν είχε καμία επίδραση στο μέγεθος του νεογέννητου.

Κατά την πρώιμη εγκυμοσύνη, το έμβρυο αναπτύσσεται αργά, οπότε η αύξηση βάρους αφορά κυρίως το σώμα της μητέρας. Η υπερβολική αύξηση βάρους μπορεί να εκθέσει το έμβρυο σε περίσσεια «μητρικών καυσίμων», όπως γλυκόζη και αμινοξέα, που επηρεάζουν την ανάπτυξη και αυξάνουν τον κίνδυνο μεταβολικών προβλημάτων.

Οι προσπάθειες να μειωθεί ο κίνδυνος της γυναίκας να γεννήσει ένα ασυνήθιστα μεγάλο βρέφος στοχεύοντας στη δίαιτα και τη σωματική άσκηση δεν λειτούργησαν και τα ευρήματα δείχνουν ότι ίσως οφείλεται στο ότι ξεκινούν πολύ αργά για να μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Αυτό προσθέτει περαιτέρω στοιχεία ότι μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό να βελτιστοποιηθεί το βάρος πριν από την εγκυμοσύνη.

Πρόσθεσε, “Αυτό είναι ένα από τα εκπληκτικά πράγματα για τη βελτιστοποίηση της μητρικής υγείας κατά τη διάρκεια αυτού του παραθύρου. Στην πραγματικότητα μιλάτε δυνητικά για δύο γενιές”.