Η επιβίωση από καρκίνο σημαίνει χαμηλότερα ποσοστά εγκυμοσύνης στις γυναίκες

0

Οι γυναίκες που έχουν επιβιώσει από καρκίνο έχουν 38% λιγότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυες σε σύγκριση με τις γυναίκες στο γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με μια μελέτη που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας στη Γενεύη.

Ο καθηγητής Richard Anderson του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου και η ομάδα του μελέτησαν τα ποσοστά εγκυμοσύνης σε 23.201 γυναίκες που έχουν επιβιώσει από καρκίνο σε αναπαραγωγική ηλικία από το μητρώο καρκίνου της Σκωτίας και αντίστοιχο πληθυσμό ελέγχου, για διάστημα 30 ετών. Διαπίστωσαν ότι το 29% των επιζώντων από καρκίνο πέτυχε εγκυμοσύνη, σε σύγκριση με το 46% στην ομάδα ελέγχου.

Η μείωση της γονιμότητας μετά τον καρκίνο αποδίδεται συχνά στις επιπτώσεις της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας.

Η χημειοθεραπεία θα μπορούσε να προσθέσει μια δεκαετία στην ηλικία αναπαραγωγής των γυναικών, σχολίασε η Dr. Gillian Lockwood, ιατρός και διευθύντρια του κέντρου IVI Midland στο Tamworth του Ηνωμένου Βασιλείου. Τόνισε τη σημασία της ακριβούς και περιεκτικής παροχής συμβουλών σε ασθενείς.

Ο καθηγητής Anderson τόνισε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης του αφορούσαν μόνο σε εγκυμοσύνη μετά από διάγνωση από καρκίνο και δε δείχνουν συχνότητα υπογονιμότητας. Εξήγησε ότι «μερικές γυναίκες μπορεί απλά να έχουν επιλέξει να μην έχουν εγκυμοσύνη» και «η εγκυμοσύνη μετά από καρκίνο ενέχει μια σειρά σύνθετων παραμέτρων…» Δεν βρέθηκε αυξημένος κίνδυνος αποβολής ή θνησιγένειας.

Ο αντίκτυπος του καρκίνου ήταν πιο έντονος όταν επρόκειτο για πρώτες εγκυμοσύνες, με σχεδόν 50% μείωση της πιθανότητας μιας πρώτης κύησης για γυναίκες μετά τη διάγνωση σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Μείωση της εγκυμοσύνης παρατηρήθηκε σε όλους τους τύπους καρκίνου, αλλά οι μεγαλύτερες επιπτώσεις παρατηρήθηκαν στους επιζώντες του καρκίνου του μαστού και του τραχήλου της μήτρας και της λευχαιμίας.

Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη ανανεωμένης εστίασης στη διατήρηση της γονιμότητας, τόσο από την άποψη της προώθησης της περαιτέρω ανάπτυξης στον τομέα, όσο και από την εξασφάλιση συνεπούς πρόσβασης σε αυτές τις ιατρικές παρεμβάσεις σε όλο τον κόσμο. Ο καθηγητής Anderson χαρακτήρισε τις τρέχουσες υπηρεσίες συντήρησης γονιμότητας ως «πολύ μεταβλητές», ακόμη και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.

Το 2016, ο καθηγητής Anderson ηγούνταν της ομάδας που εμφύτευσε με επιτυχία ένα τμήμα ωοθηκικού ιστού σε μία επιζήσασα από καρκίνο ασθενή με στειρότητα, μια δεκαετία μετά την εξαγωγή του ιστού. Γέννησε ένα υγιές αγοράκι, και έγινε έτσι μία από τις πρώτες λίγες γυναίκες στον κόσμο που γέννησε έπειτα από μια διαδικασία κρυοσυντήρησης των ωοθηκικών ιστών και η πρώτη στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια πειραματική διαδικασία, ο καθηγητής Anderson πρόσθεσε: «Έρχεται μια εποχή που οι υπηρεσίες του NHS για την προώθηση της γονιμότητας αναπτύσσονται σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και ελπίζουμε ότι θα προσφέρουμε σε όλους όσους έχουν ανάγκη».