Τα βρέφη που γεννιούνται μέσω της εξωσωματικής γονιμοποίησης έχουν υψηλότερα ποσοστά καρκίνου;

0

Τα παιδιά που γεννιούνται μέσω της εξωσωματικής γονιμοποίησης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων παιδικών καρκίνων, προτείνει μια νέα μελέτη.

Η πιθανότητα εμφάνισης ορισμένων παιδικών καρκίνων ήταν σχεδόν τριπλάσια σε παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες που είχαν υποβληθεί σε IVF, σε σύγκριση με εκείνα που είχαν συλληφθεί φυσιολογικά. Η διαφορά ήταν 1,5 ανά 1000 σε σύγκριση με 0,59 ανά 1000 παιδιά, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Obstetrics and Gynecology.

«Η σχέση μεταξύ της εξωσωματικής γονιμοποίησης και των συνολικών παιδιατρικών νεοπλασμάτων και κακοηθειών είναι σημαντική», δήλωσε ο καθηγητής Eyal Sheiner στο Πανεπιστήμιο Ben-Gurion του Negev, στο Ισραήλ. «Μετά την αύξηση του αριθμού των παιδιών που προέκυψαν μετά από θεραπείες γονιμότητας, είναι σημαντικό να παρακολουθείται η υγεία τους».

Ισραηλινοί ερευνητές παρακολούθησαν περίπου 242.000 παιδιά που γεννήθηκαν από το 1991 έως το 2013 μέχρι την ηλικία των 18 ετών. Από αυτά το 98,3% προέρχεται από φυσιολογική εγκυμοσύνη, το 1,1% από εξωσωματική γονιμοποίηση και το 0,7% από θεραπείες επαγωγής ωορρηξίας. Κατά τη διάρκεια της  παρακολούθησης της μελέτης για 10 και μισό χρόνια, συνολικά 1498 ή 0,6% των παιδιών διαγνώστηκαν με μια μορφή παιδικού καρκίνου, όπως η λευχαιμία, ο όγκος στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό και το λέμφωμα.

Ο αριθμός παιδικών καρκίνων ήταν επίσης υψηλότερος στα παιδιά που γεννήθηκαν μετά από θεραπείες πρόκλησης ωορρηξίας σε σύγκριση με εκείνα που γεννήθηκαν μετά από φυσική σύλληψη, σε 1,0 ανά 1000 σε σύγκριση με 0,59 ανά 1000 παιδιά.

Το σύνολο των περιπτώσεων παιδικού καρκίνου έπειτα από εξωσωματική γονιμοποίηση και θεραπείες πρόκλησης ωορρηξίας εξακολουθούν να παρατηρούνται αφού οι ερευνητές μελετούν και άλλες παραμέτρους όπως οι πρόωρες γεννήσεις και η ηλικία της μητέρας.

Ωστόσο, ο καθηγητής Sheiner σημείωσε ότι υπήρξαν μερικοί περιορισμοί στη μελέτη, συμπεριλαμβανομένου ότι δεν εξέτασε τους λόγους της υπογονιμότητας που οδήγησαν τους γονείς που χρησιμοποιούν την εξωσωματική γονιμοποίηση, ούτε έβλεπε την επίδραση των περιβαλλοντικών εκθέσεων.

Το παρόν ζήτημα εξακολουθεί να εξετάζεται με μια σειρά μελετών με στόχο να προσδιοριστεί κατά πόσο οι θεραπείες γονιμότητας επηρεάζουν την υγεία των παιδιών που προήλθαν από αυτές, σε σύγκριση με αυτά που γεννήθηκαν φυσιολογικά. Από μια διπλή μελέτη από ερευνητές στο King’s College του Λονδίνου που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Genome Medicine προέκυψε ότι τα αποτελέσματα της εξωσωματικής γονιμοποίησης στην επιγενετική του παιδιού δεν υπήρξαν σημαντικά.

Comments are closed.